Με απλά λόγια
Γιατί κάποιοι άνθρωποι παραβαίνουν τους κανόνες και πώς μπορεί η κοινωνία να προλάβει το έγκλημα πριν συμβεί;
Ο Εγκληματολόγος μελετά το έγκλημα όχι μόνο ως παράβαση του νόμου, αλλά ως κοινωνικό φαινόμενο. Ερευνά τα αίτια της εγκληματικότητας, τα χαρακτηριστικά του δράστη, την κοινωνική αντίδραση στο έγκλημα και την αποτελεσματικότητα των ποινών, με στόχο την πρόληψη, την κατανόηση και τη βελτίωση των πολιτικών αντιμετώπισης.
Τι κάνει στην πράξη και σε ποιο περιβάλλον εργάζεται
Στην καθημερινή του εργασία καταγράφει και αναλύει δεδομένα εγκληματικότητας, μελετά σύγχρονες μορφές εγκλήματος (οργανωμένο, οικονομικό, ψηφιακό, περιβαλλοντικό), αξιολογεί αντεγκληματικές πολιτικές και συμμετέχει στον σχεδιασμό δράσεων πρόληψης. Εξετάζει τη σχέση μεταξύ ποινικού νόμου, εγκλήματος και ποινικής κύρωσης, καθώς και την κοινωνική αντίδραση απέναντι στον δράστη και το θύμα.
Η εργασία γίνεται κυρίως σε γραφείο (έρευνα, ανάλυση, προτάσεις πολιτικής), αλλά μπορεί να περιλαμβάνει επαφή με παραβατικά άτομα ή ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, γεγονός που απαιτεί ψυχραιμία και συναισθηματική αντοχή.
Ταιριάζει σε εσένα αν…
ταιριάζει σε νέους που έχουν αναλυτική σκέψη και ενδιαφέρον για τα κοινωνικά φαινόμενα,
ενδιαφέρονται για τη σχέση νόμου, κοινωνίας και ανθρώπινης συμπεριφοράς,
μπορούν να διαχειρίζονται ψυχικά φορτισμένες πληροφορίες,
έχουν κριτική ικανότητα και διάθεση για έρευνα,
θέλουν να συμβάλουν στην πρόληψη και όχι μόνο στην καταστολή του εγκλήματος.
Τι ΔΕΝ είναι αυτό το επάγγελμα
Δεν είναι αστυνομικό επάγγελμα.
Δεν σημαίνει έρευνα σκηνών εγκλήματος τύπου τηλεοπτικών σειρών.
Δεν αφορά άμεση επιβολή ποινών ή συλλήψεις.
Δεν είναι κατάλληλο για όσους αποφεύγουν τη θεωρητική ανάλυση και τη μελέτη.
Τι σπουδές χρειάζονται
Στην Ελλάδα, η εγκληματολογία ασκείται κυρίως μέσω μεταπτυχιακών σπουδών. Ενδεικτικά, προσφέρονται ΠΜΣ όπως «Η Σύγχρονη Εγκληματικότητα και η Αντιμετώπισή της», τα οποία βασίζονται σε διεπιστημονική προσέγγιση (δίκαιο, κοινωνιολογία, ψυχολογία, πολιτικές επιστήμες).
Πού μπορεί να σε οδηγήσει επαγγελματικά
Οι εγκληματολόγοι απασχολούνται ως ερευνητές σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, σε σωφρονιστικά καταστήματα, υπηρεσίες επιμελητών ανηλίκων και κοινωνικής αρωγής, συμβούλια πρόληψης εγκληματικότητας, υπουργεία, κοινωνικές υπηρεσίες, κέντρα πρόληψης και υποστήριξης θυμάτων ή κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων.
Μερικές ερωτήσεις για να σκεφτείς
Σε ενδιαφέρει να κατανοήσεις το «γιατί» πίσω από την παραβατικότητα;
Μπορείς να εργάζεσαι με δεδομένα, θεωρίες και κοινωνικές πολιτικές;
Αντέχεις την ψυχική φόρτιση που συνοδεύει τη μελέτη του εγκλήματος;
Θέλεις να συμβάλεις στη διαμόρφωση πολιτικών πρόληψης;
Σε ελκύει η διεπιστημονική προσέγγιση;
Η περιγραφή που ακολουθεί έχει στόχο να σου δώσει ερεθίσματα για να αρχίσεις να σκέφτεσαι πώς αυτό το επάγγελμα συνδέεται με τον χαρακτήρα, τα ενδιαφέροντα και τον τρόπο που σου αρέσει να δουλεύεις.
Διάβασέ τη όχι για να αποφασίσεις άμεσα, αλλά για να γνωρίσεις καλύτερα τον εαυτό σου.
Περιγραφή Επαγγέλματος:
Αντικείμενο της εργασίας του είναι η καταγραφή, η διερεύνηση και η ανάλυση του σύγχρονου εγκλήματος. Ο εγκληματολόγος ερευνά το έγκλημα ως ανθρώπινη πράξη αλλά και ως κοινωνικό φαινόμενο και αναζητεί τους εγκληματογόνους παράγοντες και τις εκδηλώσεις της εγκληματικότητας.
Επίσης μελετά το δράστη των εγκληματικών πράξεων και την κοινωνική αντίδραση σε αυτό, αναζητώντας τη διακρίβωση των σχέσεων μεταξύ ποινικού νόμου, εγκλήματος και ποινικής κύρωσης. Στις αρμοδιότητές του περιλαμβάνονται δράσεις πρόληψης και αντιμετώπισης της σύγχρονης εγκληματικότητας, καθώς και πολιτικές μεταχείρισης του εγκληματία.
Τομείς στους οποίους μπορεί να δραστηριοποιηθεί είναι: το οργανωμένο έγκλημα, η παράνομη διακίνηση τοξικοεξαρτησιογόνων ουσιών, η παράνομη διακίνηση προσώπων, η διακίνηση πορνογραφικού υλικού, η εγκληματικότητα που σχετίζεται με τις βιοτεχνολογίες και τις νέες τεχνολογίες, η οικονομική εγκληματικότητα, το πληροφοριακό έγκλημα, οι σύγχρονες μορφές διαφθοράς σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, ο περιορισμός του φόβου του εγκλήματος, κ.λπ.
Συνθήκες Εργασίας:
Οι συνθήκες εργασίας εξαρτώνται από το χώρο στον οποίο απασχολείται, αν και συνήθως η συγκεκριμένη δραστηριότητα ασκείται στο γραφείο. Το γεγονός ότι μπορεί να έρχεται σε επαφή με άτομα ή ομάδες που έχουν επιδείξει παρεκκλίνουσα συμπεριφορά ή έχουν παραβεί τον ποινικό κώδικα προκαλεί έντονο άγχος, πίεση, συναισθηματική και ψυχική φόρτιση.
Ιδιαίτερα Προσωπικά Χαρακτηριστικά και Ικανότητες:
Η φύση του επαγγέλματος και ο διεπιστημονικός χαρακτήρας της συγκεκριμένης επιστήμης, προϋποθέτει ευρύτητα πνεύματος, ικανότητα αντίληψης της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας και της διαδικασίας μετασχηματισμού της, καθώς και κατανόηση της λειτουργίας του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης, των μηχανισμών επίσημου κοινωνικού ελέγχου του εγκλήματος και της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπως αυτή εκδηλώνεται μέσα στο εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο.
Η ενδεχόμενη επαφή του με παρεκκλίνουσες κοινωνικές ομάδες ή παραβατικά άτομα απαιτεί ψυχραιμία, ψυχική αντοχή, αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου και ικανότητα χειρισμού δύσκολων καταστάσεων. Επίσης, για να ανταποκριθεί στο έργο του θα πρέπει να είναι σε θέση να κάνει προτάσεις και να δίνει λύσεις στα ζητήματα σύγχρονης εγκληματικότητας και αντεγκληματικής πολιτικής.
Σπουδές:
Οι σπουδές για το επάγγελμα του εγκληματολόγου πραγματοποιούνται στην Ελλάδα σε μεταπτυχιακό επίπεδο.
Για παράδειγμα το Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών προσφέρει Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών με τίτλο: «Η Σύγχρονη Εγκληματικότητα και η Αντιμετώπισή της».
Τομείς Απασχόλησης:
Απασχολούνται σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς ως ερευνητές. Επίσης μπορούν να εργαστούν σε σωφρονιστικά καταστήματα, στην Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων, στην Υπηρεσία Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής, στα Συμβούλια Πρόληψης της Εγκληματικότητας, σε υπουργεία (Δικαιοσύνης, Δημόσιας Τάξης, Εσωτερικών, Παιδείας, Κοινωνικών Υπηρεσιών κ.λπ.).
Σε διάφορες κοινωνικές υπηρεσίες (κράτους, δήμων, ιδιωτικών φορέων), σε υπηρεσίες κέντρων πρόληψης και αντιμετώπισης κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων (αποφυλακιζομένων, (απ)εξαρτημένων, μεταναστών, αστέγων, ανέργων κ.λπ.) ή θυμάτων εγκλημάτων (κακοποιημένες γυναίκες και παιδιά κ.λπ.) και γενικά σε κάθε περίπτωση θυματοποίησης.
