Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα: κρίση, προκλήσεις, προοπτικές

Νέα μελέτη του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ για το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα καταγράφει σημαντικές αλλαγές και προκλήσεις: αυξανόμενη εξάρτηση από αναπληρωτές, γήρανση του εκπαιδευτικού προσωπικού, χαμηλές αποδοχές και επιβαρυμένες συνθήκες εργασίας. Παράλληλα, οι εκπαιδευτικοί διαθέτουν υψηλό επίπεδο προσόντων και δεξιοτήτων, ενώ εμφανίζονται ενδείξεις μειωμένης ελκυστικότητας ορισμένων πανεπιστημιακών σπουδών που οδηγούν στο επάγγελμα.

Η μελέτη με τίτλο «Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα: κρίση, προκλήσεις, προοπτικές» παρουσιάστηκε σε εκδήλωση του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ και της ΟΙΕΛΕ στη Θεσσαλονίκη στις 9 Σεπτεμβρίου 2026.

1. Στελέχωση: οι αναπληρωτές αποτελούν πλέον βασικό μέρος του συστήματος

Την τελευταία δεκαετία ο συνολικός αριθμός των εκπαιδευτικών αυξήθηκε σε αρκετές βαθμίδες, με τη μεγαλύτερη αύξηση να καταγράφεται στην ειδική αγωγή και στην προσχολική εκπαίδευση.

Ωστόσο, ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος των αναγκών καλύπτεται από αναπληρωτές. Το 2023-2024 οι αναπληρωτές αποτελούσαν το 33,1% του προσωπικού στα νηπιαγωγεία, το 25,6% στα δημοτικά, το 24,2% στην επαγγελματική εκπαίδευση, το 21,2% στα γυμνάσια και το 14,3% στα γενικά λύκεια.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι αναπληρωτές δεν χρησιμοποιούνται πλέον μόνο για έκτακτες ανάγκες, αλλά αποτελούν σταθερό μηχανισμό στελέχωσης του εκπαιδευτικού συστήματος.

2. Έντονη γήρανση του εκπαιδευτικού προσωπικού

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το πρόβλημα της ηλικιακής ανανέωσης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Μόλις το 1,4% των εκπαιδευτικών στην κατώτερη και το 1,6% στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι ηλικίας κάτω των 30 ετών. Αντίθετα, περισσότεροι από τους μισούς εκπαιδευτικούς είναι ηλικίας 50 ετών και άνω.

Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών ως προς την παρουσία εκπαιδευτικών κάτω των 30 ετών στις συγκεκριμένες βαθμίδες.

Η ηλικιακή αυτή εικόνα δημιουργεί την ανάγκη έγκαιρου προγραμματισμού για την ανανέωση του προσωπικού, καθώς τα επόμενα χρόνια αναμένονται σημαντικές αποχωρήσεις λόγω συνταξιοδότησης.

Παράλληλα, οι γυναίκες αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα των εκπαιδευτικών, χωρίς όμως να εκπροσωπούνται στον ίδιο βαθμό στις θέσεις διοίκησης.

3. Χαμηλές αποδοχές σε όλη την επαγγελματική διαδρομή

Οι αμοιβές των Ελλήνων εκπαιδευτικών παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες αποδοχές στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στον ΟΟΣΑ.

Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση οι αποδοχές των εκπαιδευτικών αντιστοιχούν περίπου στο 69,3% των αποδοχών άλλων εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται περίπου στο 72,2%.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η μισθολογική υστέρηση κατά την είσοδο στο επάγγελμα, ενώ το χάσμα δεν καλύπτεται ουσιαστικά ούτε κατά την εξέλιξη της σταδιοδρομίας.

Η μελέτη επισημαίνει ότι η μισθολογική πολιτική επηρεάζει τόσο την προσέλκυση νέων εκπαιδευτικών όσο και την παραμονή τους στο επάγγελμα.

4. Συνθήκες και ποιότητα εργασίας

Οι συνθήκες εργασίας αποτελούν επίσης σημαντικό ζήτημα.

Στον ιδιωτικό τομέα καταγράφονται υψηλά ποσοστά μερικής απασχόλησης, ιδιαίτερα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Παράλληλα, πολλοί εργαζόμενοι στην Εκπαίδευση αναφέρουν:

πίεση χρόνου και αυξημένο φόρτο εργασίας,

εργασία κατά τον ελεύθερο χρόνο,

πρόσθετες ώρες εργασίας που συχνά δεν αμείβονται,

αυξημένο άγχος και κόπωση.

Σε έρευνα της ΔΟΕ σε 3.021 εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, το 85% ανέφερε υπερβολικό φόρτο εργασίας, ενώ ο συνολικός δείκτης εργασιακής εξουθένωσης διαμορφώθηκε στο 51,47/100.

Παρά τις δυσκολίες, το 69% των εκπαιδευτικών ανέφερε θετικές σχέσεις με τους συναδέλφους του.

5. Υψηλό επίπεδο προσόντων και ανάγκη συνεχούς επιμόρφωσης

Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα ως προς τις γνώσεις και τις δεξιότητες των εκπαιδευτικών.

Το 87,5% των εργαζομένων στον ιδιωτικό κλάδο της Εκπαίδευσης θεωρεί ότι οι σπουδές και τα προσόντα του σχετίζονται πολύ ή πάρα πολύ με την εργασία που κάνει, ενώ το 98,3% δηλώνει ότι ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις της θέσης του.

Παράλληλα, το 88,7% θεωρεί ότι αξιοποιεί σημαντικά τις γνώσεις και τις δεξιότητές του στην εργασία.

Ωστόσο, οι απαιτήσεις του επαγγέλματος μεταβάλλονται. Οι σημαντικότερες ανάγκες ανάπτυξης δεξιοτήτων που αναφέρουν οι εργαζόμενοι στην Εκπαίδευση είναι:

ψηφιακές δεξιότητες: 62,9%,

κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες: 41,4%,

γνωστικές δεξιότητες: 31,8%.

Επιπλέον, περίπου ένας στους τρεις θεωρεί πιθανό ορισμένες από τις σημερινές δεξιότητες του επαγγέλματος να καταστούν παρωχημένες μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια λόγω οικονομικών ή τεχνολογικών εξελίξεων.

Τα στοιχεία αναδεικνύουν επομένως τη σημασία της συνεχούς επαγγελματικής ανάπτυξης και επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών.

6. Μειώνεται η ελκυστικότητα ορισμένων σπουδών που οδηγούν στην εκπαίδευση

Η μελέτη εξετάζει επίσης κατά πόσο οι νέοι εξακολουθούν να επιλέγουν πανεπιστημιακές σπουδές που μπορούν να οδηγήσουν στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού.

Παιδαγωγικά Τμήματα

Τα Παιδαγωγικά Τμήματα εξακολουθούν να προσελκύουν σημαντικό αριθμό υποψηφίων, ωστόσο το ποσοστό τους στις πρώτες προτιμήσεις μειώθηκε από 9,2% το 2021 σε 8,2% το 2026.

Παρά τη μείωση αυτή, το 2026 καλύφθηκε το 100% των προσφερόμενων θέσεων.

Φιλολογικές σπουδές – ΠΕ02

Στα τμήματα που οδηγούν στον κλάδο των Φιλολόγων παρατηρείται μεγαλύτερη υποχώρηση. Το 2026 συγκέντρωσαν μόλις το 1,9% των πρώτων προτιμήσεων των υποψηφίων, έναντι 2,5% το 2021.

Παράλληλα, καλύφθηκε το 65,1% των προσφερόμενων θέσεων.

Μαθηματικά – ΠΕ03

Τα Τμήματα Μαθηματικών συγκεντρώνουν μικρό ποσοστό πρώτων προτιμήσεων, περίπου 0,5% το 2026, και εμφανίζουν χαμηλή κάλυψη των διαθέσιμων θέσεων, μόλις 44,5%.

Ωστόσο, όσοι τα επιλέγουν φαίνεται συχνά να το κάνουν συνειδητά: το 56,2% των επιτυχόντων εισήχθη στην πρώτη του επιλογή.

Φυσικές Επιστήμες – ΠΕ04

Τα τμήματα που οδηγούν στον κλάδο των Φυσικών Επιστημών εμφανίζουν συνολικά καλύτερη εικόνα ως προς τις βάσεις εισαγωγής.

Το 2026 καλύφθηκε το 78,9% των διαθέσιμων θέσεων, αλλά υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των επιμέρους τμημάτων. Πολλά Τμήματα Βιολογίας και Χημείας παρουσιάζουν πλήρη κάλυψη, ενώ αρκετά Τμήματα Φυσικής και Γεωλογίας αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες.

Η μείωση του ενδιαφέροντος για ορισμένες από αυτές τις σπουδές είναι σημαντική, καθώς μπορεί μακροπρόθεσμα να επηρεάσει τη δυνατότητα ανανέωσης του εκπαιδευτικού προσωπικού.

Κατευθύνσεις πολιτικής

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, η μελέτη προτείνει μια συνολική πολιτική για την ενίσχυση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού.

Μεταξύ των βασικών κατευθύνσεων είναι:

η σταδιακή μείωση της εξάρτησης από τους αναπληρωτές για πάγιες ανάγκες,

ο πολυετής προγραμματισμός προσλήψεων και ανανέωσης του εκπαιδευτικού προσωπικού,

η καλύτερη εκπροσώπηση των γυναικών στις θέσεις διοίκησης,

η βελτίωση των αποδοχών, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας,

η βελτίωση των συνθηκών και της ποιότητας εργασίας,

η αντιμετώπιση της εργασιακής εξουθένωσης,

η ενίσχυση της επαγγελματικής αυτονομίας των εκπαιδευτικών,

η συστηματική και συνεχής επιμόρφωση,

η ανάπτυξη νέων ψηφιακών και κοινωνικο-συναισθηματικών δεξιοτήτων,

η παρακολούθηση του ενδιαφέροντος των νέων για τις σπουδές που οδηγούν στην εκπαίδευση,

η συμμετοχή των ίδιων των εκπαιδευτικών και των φορέων τους στον σχεδιασμό των αλλαγών και στην εισαγωγή νέων τεχνολογιών.

Συμπέρασμα

Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα διαθέτει ένα ανθρώπινο δυναμικό με υψηλό επίπεδο γνώσεων, προσόντων και δεξιοτήτων. Ταυτόχρονα, όμως, αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις που σχετίζονται με τη γήρανση του προσωπικού, την αυξανόμενη χρήση αναπληρωτών, τις χαμηλές αποδοχές, τις δύσκολες συνθήκες εργασίας και τη μειωμένη ελκυστικότητα ορισμένων σχετικών πανεπιστημιακών σπουδών.

Η μελλοντική ελκυστικότητα του επαγγέλματος θα εξαρτηθεί από τον συνδυασμό σταθερής απασχόλησης, καλύτερων αμοιβών, ποιοτικότερων συνθηκών εργασίας, επαγγελματικής αυτονομίας και ουσιαστικών ευκαιριών συνεχούς επιμόρφωσης και εξέλιξης.

 

Σχετικό αρχείο: Παρουσίαση έρευνας – Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα

.

.

.