Η φοιτητική εγκατάλειψη και η «θεραπεία» της

του Παντελή Κυπριανού

Tο 1979 εκκαθαρίστηκαν για τελευταία φορά τα φοιτητικά μητρώα πανελλαδικά. Από τους 95.899 εγγεγραμμένους φοιτητές έμειναν 83.485. Έκτοτε όσοι καθυστέρησαν τις σπουδές τους ή τις εγκατέλειψαν συνεχίζουν να είναι εγγεγραμμένοι στα φοιτητικά μητρώα. Αποκαλούνται, κάπως αμήχανα, «αιώνιοι» ή «λιμνάζοντες».

Το ζήτημα εμφανίστηκε στο δημόσιο χώρο το 2002.

Ο νόμος Διαμαντοπούλου περιόριζε το χρόνο σπουδών στο ν+2 (όπου ν ο προβλεπόμενος χρόνος σπουδών) και τη διαγραφή, μετά από κάποιο χρόνο, των φοιτητών που τον υπερέβαιναν. Μετά την ακύρωση του νόμου αυτού η σημερινή κυβέρνηση επανέρχεται στις ίδιες διατάξεις, χωρίς να προβλέπει -μέχρι τώρα- διαγραφές. Η όλη συζήτηση και το 2011 και σήμερα διεξάγεται θα έλεγα στα τυφλά.

Πόσοι είναι οι «λιμνάζοντες»; Ποιοι; Γιατί; Μπορεί να λυθεί το πρόβλημα; Πώς;

1. Πόσοι είναι ;

Για να σχηματίσουμε εικόνα των «λιμναζόντων» επιλέξαμε τρεις  χρονιές.  Το 1988, όταν το πρώτο κύμα μαζικοποίησης των πανεπιστημίων σταθεροποιείται, το 2002, όταν ο αριθμός των εισακτέων αυξάνει θεαματικά και μία πρόσφατη για την οποία έχουμε στοιχεία, το 2009.

Τέσσερα χρόνια μετά, το 1992, το 2006 και το 2013, οι απόφοιτοι ανέρχονται αντίστοιχα στο 75%, το 69,8% και το 73% των πρωτοεγγραφέντων.  Ενδεχόμενα τα ποσοστά αυτά να είναι υψηλότερα καθώς το 22% των πανεπιστημιακών τμημάτων στην Ελλάδα είναι 5ετούς φοίτησης. Σε κάθε περίπτωση, μετά, από μία μικρή υποχώρηση στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000 ο αριθμός των αποφοίτων στα πανεπιστήμια μένει σχεδόν σταθερός παρά την τεράστια εν τω μεταξύ  αύξηση του αριθμού των νέων φοιτητών: από 26.938 το 1996 σε 45.112 το 2009.

Στα αξιοσημείωτα  η μεταβολή του λόγου των εγγεγραμμένων/πτυχιούχων κατά φύλο. Τις τρεις χρονιές αναφοράς τα ποσοστά είναι αντίστοιχα 69,8%, 62,4% και 62,9% για τα αγόρια  και 77,7%, 74,6% και 76,1% για τα κορίτσια. Με δύο λόγια, αποφοιτούν δύο στα τρία αγόρια και τρία στα τέσσερα κορίτσια.

2. Είναι το πρόβλημα νέο;

Προφανέστατα όχι. Από την ίδρυσή του το 1837 ως το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι μισοί φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών εγκατέλειψαν τις σπουδές τους. Το ποσοστό εγκατάλειψης διαφέρει ανά περιοχές σπουδών. Είναι χαμηλότερο στα σημερινά τμήματα υγείας, Ιατρικό, Φαρμακευτικό και Οδοντιατρικό (56,5%, 55,5 και 59,7% αντίστοιχα αποφοίτησαν). Αντίθετα, είναι υψηλότερο χ στη Φιλοσοφική, το Μαθηματικό και το Χημικό (42%, 26,5% και 40,5% αντίστοιχα αποφοίτησαν). Τέλος, στη Θεολογική, Νομική και Φυσικό κυμαίνεται στο 50%.

Μεταπολεμικά η εγκατάλειψη σπουδών μειώθηκε αλλά παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα –λίγο υψηλότερα από τα σημερινά. Την περίοδο 1946-1963 γράφτηκαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών 36.447 φοιτητές, αποφοίτησαν 24.318, δύο στους τρεις (66,7%). Η εγκατάλειψη ήταν μικρότερη στη Νομική (7.217 πτυχιούχοι για 9.662 εγγεγραμμένους (αποφοίτησαν τρεις στους τέσσερις) και υψηλότερη στο Φυσικό και το Φυσιογνωστικό (αποφοίτησαν ένας στους τρεις). Ενδιάμεσα βρίσκονταν η Φιλοσοφική (αποφοίτησαν τέσσερις στους δέκα), το Μαθηματικό και το Χημικό (αποφοίτησαν οι μισοί).

3. Τι γίνεται στον Ευρώπη;

Οι δύο τελευταίες εκθέσεις της διαδικασίας της Μπολόνια, Τhe European Higher Education Area in 2018 Bologna Process Implementation Report στο Παρίσι, και η πολύ πρόσφατη του Νοεμβρίου 2020 στη Ρώμη δεν αναφέρονται στη ζήτημα. Αναφέρεται η Έκθεση του 2015 μετά τη διυπουργική στο Γερεβάν της Αρμενίας με στοιχεία του 2011 για τις 47 τότε χώρες του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ).

Σύμφωνα με την έκθεση, στα Πανεπιστήμια των 47 χωρών-μελών, το 2011/12, ενεγράφη το 58% της σχετικής ηλικιακής ομάδας και αποφοίτησε το 39,8%, δηλαδή το 68,6%. Οι χώρες που καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά αποφοίτησης είναι η  Λιθουανία, η Ρουμανία, η Πολωνία και Δανία με ποσοστά που προσεγγίζουν το 75% των εγγεγραμμένων φοιτητών. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Με βάση τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι ο αριθμός των φοιτητών που εγκαταλείπουν ή καθυστερούν τις σπουδές τους στην Ελλάδα δεν αποκλίνει από τον ευρωπαϊκό, αντίθετα είναι χαμηλότερος από τον μέσο όρο των 47 χωρών του ΕΧΑΕ.

4. Ποιοι εγκαταλείπουν;

Στην Ελλάδα δεν έχουμε σχετικές  ποιοτικές μελέτες. Οι ποσοτικές δείχνουν ότι οι «λιμνάζοντες/αιώνιοι» εντοπίζονταν κυρίως σε πέντε πανεπιστήμια: ΕΚΠΑ, Πάντειο, Γεωπονικό, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

Από αυτό θα μπορούσαμε να συνάγουμε ότι το πρόβλημα αφορά πρωτευόντως, αλλά όχι αποκλειστικά, τις Οικονομικές και Κοινωνικές Επιστήμες. Σήμερα αυτό δεν φαίνεται να ισχύει. Στα προαναφερθέντα ιδρύματα τα τελευταία χρόνια το ποσοστό αποφοίτων αυξάνεται σταθερά. Αντίθετα, υψηλότερα ποσοστά εγκατάλειψης παρατηρούνται σε περιφερειακά ιδρύματα και σε γνωστικά αντικείμενα που έχουν όχι τις χαμηλότερες βάσεις, όπως ορισμένα τμήματα θετικών επιστημών.

5. Κοστίζει η παρουσία των «αιώνιων»;

Οι «αιώνιοι» δεν επιβαρύνουν καθόλου τον κρατικό προϋπολογισμό. Δεν δικαιούνται βιβλία, κάρτες μεταφοράς, σίτισης, δεν έχουν δικαίωμα στα επιδόματα στέγης. Ούτε επιβαρύνουν ιδιαίτερα τα πανεπιστήμια χάρη στη μετάβαση στην ηλεκτρονική γραμματεία.

Έχουν βέβαια τρεις στατιστικές επιπτώσεις. Μεγαλώνουν αισθητά τον αριθμό των φοιτητών (πάνω από 700.000 σήμερα) έτσι ώστε στις στατιστικές φαίνεται ότι έχουμε, αναλογικά με τον πληθυσμό της χώρας, τον μεγαλύτερο ποσοστό φοιτητών στην Ευρώπη. Αλλοιώνουν ακόμη δύο δείκτες: την αναλογία διδασκόντων/διδασκομένων και το ποσοστό αποφοίτησης. Ο πρώτος δείκτης δίνει το 2018 ότι έχουμε 1 διδάσκοντα για 44,4 φοιτητές, όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη των 28 ανερχόταν στο 1:13,2.

Χωρίς τους «λιμνάζοντες» η αναλογία πέφτει στο μισό, αλλά είμαστε πάλι μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο καθώς έχουμε αναλογικά τους μισούς διδάσκοντες από τις άλλες χώρες. Το ίδιο συμβαίνει και με την αποφοίτηση. Το 2018 στην Ευρώπη των 28 αποφοίτησε το 24,05% του συνόλου των εγγεγραμμένων φοιτητών. Για την Ελλάδα, ο αντίστοιχος αριθμός ήταν στο 9,17%. Χωρίς τους «αιώνιους» το ποσοστό προσεγγίζει το 20%.

6. Καταπολεμιέται η φοιτητική εγκατάλειψη;

Ένας από τους ρητούς στόχους του νομοσχεδίου του ΥΠΑΙΘ είναι η μείωση των φοιτητών με στόχο, μεταξύ άλλων, την καταπολέμηση της φοιτητικής εγκατάλειψης. Η πρόταση του ΥΠΑΙΘ είναι συζητήσιμη. Αν επιδιώκεται η μείωση των φοιτητών για να γίνουν τα ΑΕΙ πιο λειτουργικά και η βελτιωθεί η έρευνα και η διδασκαλία η πρόταση έχει νόημα. Αν ο στόχος, όπως λέγεται δημόσια, είναι να μείνουν εκτός ΑΕΙ εκείνοι που έχουν χαμηλούς βαθμούς γιατί δεν μπορούν να τελειώσουν τότε η πρόταση ελέγχεται.

 Αν η εγκατάλειψη ήταν αποτέλεσμα των «κουμπούρων» τότε τα πράγματα θα ήταν απλά. Θα έπρεπε να σταματήσουν και οι εισαγωγικές για ειδικές κατηγορίες που κατά τεκμήριο έχουν χαμηλές επιδόσεις. Θα έπρεπε ακόμη να θεσπιστούν ειδικά κριτήρια για την αναγνώριση των πτυχίων και των προσόντων των αποφοίτων των κολλεγίων που κατά τεκμήριο δεν ελκύουν τους καλύτερους μαθητές.

Έχει βάση η πρόταση του ΥΠΑΙΘ;

Κατά πρώτον ο αριθμός των φοιτητών στην Ελλάδα δεν είναι υψηλός. Από το 2000 και μετά διαδοχικές κυβερνήσεις αύξησαν τους αριθμούς των εισακτέων για να πιάσουμε το στόχο της Λισσαβόνας, που ήθελε το 2020 να είναι απόφοιτοι το 40% των νέων ηλικίας 25-34 ετών. Σήμερα φθάσαμε στο 42%, δηλαδή στο μέσο ευρωπαϊκό όρο και μία μονάδα κάτω από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.

Κατά δεύτερον, έρευνες σε εξέλιξη δείχνουν ότι η επένδυση στις σπουδές εξαρτάται κυρίως από δύο αλληλεξαρτώμενους παραμέτρους: τη σαφή εικόνα για το αντικείμενο σπουδών (εδώ η σημασία της Συμβουλευτικής) και την ακαδημαϊκή διάσταση (παιδαγωγική και σχέση με τους διδάσκοντες).
Κατά τρίτον, με τον περιορισμό των επιλογών ενδέχεται το νομοσχέδιο να πλήξει τους «μεσαίους» μαθητές.

Η δυνατότητα δεύτερης επιλογής μη διαθέσιμων θέσεων που προβλέπει ο νόμος συνιστά ομολογία και οδηγεί τα παιδιά αυτά σε σπουδές ξένες από τις βασικές τους επιλογές.
Θαρρώ υπάρχουν καλύτεροι δρόμοι.

Τα πανεπιστήμια ζητούν να οριστεί μετά από συνεννόηση με την Πολιτεία ο αριθμός των φοιτητών που μπορούν να δεχτούν και να αποφευχθεί το χωρίς ακαδημαϊκή λογική προτεινόμενο σύστημα εισαγωγής. Στο πνεύμα αυτό μια γενναία αύξηση του προσωπικού των ΑΕΙ κατά 1.000 άτομα θα έλυνε πολλά προβλήματα.

Κατά δεύτερον τα ΑΕΙ οφείλουν να συνεχίσουν να βλέπουν σοβαρά το ζήτημα της παιδαγωγικής και των ακαδημαϊκών σχέσεων, διαδικασία που δρομολογήθηκε πριν δύο χρόνια.

Κατά τρίτον, το ΥΠΑΙΘ, οφείλει να μην εφαρμόζει α λα καρτ τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών όπως έκανε με τα κολέγια.  Ένας από τους πυλώνες του ΕΧΑΕ, από το 2002, είναι η κοινωνική διάσταση. Σε κάθε έκθεση υπάρχει ένα εκτενέστατο κεφάλαιο για αυτό. Για τις υποχρεώσεις της πολιτείας και των ιδρυμάτων στους φοιτητές. Με εξαίρεση την απουσία διδάκτρων στα προπτυχιακά η απουσία της χώρας στο ζήτημα είναι ηχηρή. Και δεν την σώζουν οι υποτροφίες του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών τα τελευταία χρόνια ούτε η αύξηση των ερευνητικών κονδυλίων επί υπουργίας Κώστα Φωτάκη.

 

Ο Παντελής Κυπριανός είναι Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, Πρώην Αναπληρωτής Πρύτανη και Πρώην Πρόεδρος της ΑΔΙΠ

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΑΡΘΡΟΥ