Γιατί υστερούν στις διεθνείς κατατάξεις τα ελληνικά ΑΕΙ;

Η πολύ καλή παρουσία στα διεθνή συνέδρια και οι σημαντικές και πολυπληθείς δημοσιεύσεις στα μεγαλύτερα επιστημονικά περιοδικά δεν αποτυπώνονται στην κατάταξη των ελληνικών ΑΕΙ. Αντιθέτως, μας έχουν ξεπεράσει «απαξιωμένα», κάποτε, πανεπιστήμια άλλων χωρών.

Το περασμένο Σάββατο ολοκληρώθηκε ακόμη μία σύνοδος των πρυτάνεων των ελληνικών πανεπιστημίων με την παρουσία της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου και εκπροσώπων κομμάτων. Όλοι παραδέχτηκαν πως η απουσία των ελληνικών πανεπιστημίων από τις πρώτες 100 – 200 θέσεις στις διεθνείς λίστες κατάταξης είναι ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά.

Το δελτίο Τύπου της 90ής συνόδου γράφει: «Ρυθμοί αποφοίτησης και διεθνείς κατατάξεις: ενιαίο πλαίσιο. Η σύνοδος των πρυτάνεων των ελληνικών πανεπιστημίων λαμβάνοντας υπ’ όψιν το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο καθώς και τον φόρτο που προκαλείται στις υποδομές, στις υπηρεσίες και στους προϋπολογισμούς των ιδρυμάτων, αποφασίζει ότι ως αριθμός φοιτητών που υποβάλλεται στους φορείς των διεθνών κατατάξεων των πανεπιστημίων λογίζεται ο αριθμός των φοιτητών που φοιτούν έως και ν+2 έτη (όπου ν ο ελάχιστος αριθμός ετών για την ολοκλήρωση του αντίστοιχου προγράμματος σπουδών).»

Τι σημαίνει αυτό;

Είναι γνωστό ότι οι διεθνείς κατατάξεις των πανεπιστημίων -ή, πιο σωστά, οι περισσότερες εξ αυτών- αποτυπώνουν αξιολογικά τον αριθμό των φοιτητών, την αναλογία φοιτητών και μελών ΔΕΠ, τον χρόνο περάτωσης των σπουδών.

Είναι επίσης γνωστό ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια απουσιάζουν από τις πρώτες τουλάχιστον 350 θέσεις, παρά την ομολογουμένως πολύ καλή παρουσία τους στα διεθνή συνέδρια και τις σημαντικές και πολυπληθείς δημοσιεύσεις στα μεγαλύτερα επιστημονικά περιοδικά. Μας έχουν υποσκελίσει κατά πολύ πανεπιστήμια χωρών που κάποτε τα «απαξιώναμε»! Αξίζει όμως να μνημονευτεί η περιορισμένη χρηματοδότηση, η κατακόρυφη μείωση του διδακτικού προσωπικού, τα ασφυκτικά πλαίσια λειτουργίας τους, η αφόρητη γραφειοκρατία των ΕΛΚΕ.

Υπάρχει, δηλαδή, μία δυσαναλογία ανάμεσα στο παραγόμενο επιστημονικό έργο των πανεπιστημίων μας και της κατάταξης τους στις διεθνείς λίστες.

Αφού λοιπόν παράγεται τόσο επιστημονικό έργο, γιατί δεν κατορθώνουμε να ανέβουμε εκεί που πραγματικά μας αξίζει;

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που παρακωλύουν αυτήν την άνοδο αφορά τον αριθμό φοιτητών των ιδρυμάτων. Ως γνωστόν, στη χώρα μας ζει και βασιλεύει το φαινόμενο των αιωνίων φοιτητών. Αυτών δηλαδή που δεν ολοκληρώνουν τη φοίτησή τους ποτέ, εμφανίζονται αραιά και πού για να δώσουν εξετάσεις ή δεν εμφανίζονται καθόλου, παραμένουν όμως εγγεγραμμένοι στα μητρώα των σχολών.

Η ύπαρξή τους δημιουργεί πλείστα όσα προβλήματα στον στοιχειώδη προγραμματισμό των σχολών, όπως επισημαίνουν οι πρυτάνεις, ενώ στις διεθνείς αξιολογήσεις ρίχνουν τα ιδρύματά μας στα τάρταρα.

Στην πρόσφατη σύνοδο λοιπόν, οι πρυτάνεις μας αποφάσισαν έτσι απλά, ότι στους φορείς των διεθνών κατατάξεων θα υποβάλλεται ο αριθμός των φοιτητών που φοιτούν έως και ν+2 έτη και όχι ο πραγματικός, ενεργών και αιωνίων συμπεριλαμβανομένων, κρύβοντας κάτω από το χαλί ένα μέγιστο πρόβλημα. Είπατε τίποτε; Greek statistics για άλλη μία φορά;

Επειδή αυτό το πρόβλημα ταλαιπωρεί τα πανεπιστήμιά μας και αφαιρεί από την προσπάθεια και των ενεργών φοιτητών και του διδακτικού προσωπικού, επειδή ο κόσμος που μας ακούει έχει πραγματικά κουραστεί με τις συνεχόμενες παλινωδίες και την απαξίωση των πανεπιστημίων που ο ίδιος χρηματοδοτεί από το υστέρημά του πλέον, το θέμα των αιωνίων φοιτητών θα πρέπει να διευθετηθεί καθαρά και ξάστερα διά παντός. Συμβαίνει άλλωστε και στις καλύτερες οικογένειες. Παραδείγματα, ανά τον κόσμο, πολλά.

Το φημισμένο ΜΙΤ, το καλύτερο πανεπιστήμιο του κόσμου σε τεχνολογίες αιχμής, δεν διαγράφει τους φοιτητές του εφαρμόζοντας ένα σοβαρό σύστημα αξιολόγησης. Όσοι διακόπτουν τις σπουδές τους μπαίνουν σε ανενεργή κατάσταση και δεν υπολογίζονται στο φοιτητικό δυναμικό του πανεπιστημίου. Υπό αυστηρότατες προϋποθέσεις, οι ανενεργοί φοιτητές έχουν τη δυνατότητα να επανακτήσουν τη φοιτητική ιδιότητα και να περατώσουν τις σπουδές τους.

Κάτι ανάλογο θα μπορούσαν να υιοθετήσουν και τα ελληνικά πανεπιστήμια. Μετά το πέρας ν+2 ετών, οι φοιτητές που δεν ολοκληρώνουν τις σπουδές τους εισέρχονται σε ανενεργή κατάσταση. Δεν προσμετρώνται στο φοιτητικό δυναμικό των πανεπιστημίων, δεν μπορούν όμως να επανέλθουν όποτε αυτοί επιθυμούν για να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Μία επιτροπή θα ορίζει τις προϋποθέσεις επανένταξής τους σε ενεργή κατάσταση και αυτό δεν θα μπορεί να γίνει νωρίτερα από δύο χρόνια μετά το ν+2. Ετσι, και οι φοιτητές θα λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν τον απαιτούμενο χρόνο σπουδών και οι αιώνιοι φοιτητές θα περιοριστούν στο ελάχιστο. Όσοι δε απομείνουν και θελήσουν κάποτε να περατώσουν τις σπουδές τους, θα γνωρίζουν ότι η επανένταξη είναι μία σοβαρή και επίπονη διαδικασία που απαιτεί επιπλέον παρακολούθηση και μαθημάτων και εξετάσεων.

Αν θέλουμε στο άμεσο μέλλον τα ελληνικά πανεπιστήμια να κατακτήσουν θέσεις όπως πραγματικά τους αξίζει, το πρόβλημα των αιωνίων φοιτητών πρέπει να αντιμετωπιστεί σοβαρά και ριζικά. Το βέβαιον είναι ότι το θέμα δεν λύνεται σε ένα δελτίο Τύπου και σίγουρα όχι σπρώχνοντάς το κάτω από το χαλί. *

Η Έφη Μπάσδρα είναι καθηγήτρια Ιατρικής στο Ε.Κ.Π.Α.

.

πηγή: https://www.protagon.gr/

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΑΡΘΡΟΥ