Δεν προχωράει η συγχώνευση Πανεπιστημίου-ΤΕΙ. Τον προβληματισμό του εκφράζει ο πρώην γ.γ. του υπ. παιδείας

Αρνητικές φαίνεται να είναι οι εξελίξεις στο θέμα της συγχώνευσης Πανεπιστημίου-ΤΕΙ Δυτ. Μακεδονίας που κυοφορούνταν τον τελευταίο καιρό. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι διοικήσεις των δύο τριτοβάθμιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και κυρίως αυτή του πανεπιστημίου, δεν συναινούν στην προοπτική της συγχώνευσης και της δημιουργίας ενός ισχυρού και πολυδύναμου πανεπιστημίου. Έτσι ούτε πανεπιστημιακά θα γίνουν τα Τμήματα του ΤΕΙ στην Καστοριά, ούτε θα ιδρυθούν νέα Τμήματα στην πόλη μας όπως σχεδίαζε το υπουργείο παιδείας. Ακόμα ένα αναπτυξιακό «τρένο» φαίνεται να χάνεται για την περιοχή μας στο βωμό της εξυπηρέτησης των συντεχνιακών συμφερόντων κάποιων πανεπιστημιακών ή των κομματικών προταγμάτων κάποιων άλλων συναδέλφων τους. Δήμοι, Περιφέρεια και λοιποί φορείς της περιοχής μας πρέπει να αντιδράσουν δυναμικά και να προασπίσουν τα συμφέροντα των πολιτών και του εκπαιδευτικού μέλλοντος της περιοχής μας. Να μην επιτρέψουν να επικρατήσουν οι δυνάμεις της οπισθοδρόμησης που πριν λίγα χρόνια με το σχέδιο Αθηνά ήθελαν να διαλύσουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση της περιοχής μας.

Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει εκφράζοντας τον προβληματισμό του ο πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου παιδείας Γ.Αγγελόπουλος* μέσα από το κείμενο του που ακολουθεί:

«Από την ίδρυση της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Φλώρινας στο Μεσοπόλεμο και μέχρι σήμερα το κράτος έδινε  στη Δυτική Μακεδονία τη δυνατότητα φιλοξενίας μικρών ακαδημαϊκών μονάδων.Παρότι εστίες αριστείας οι μονάδες αυτές αντιμετωπίζουν προβλήματα για την βιωσιμότητα τους επειδή δεν έχουν το αναγκαίο κρίσιμο μέγεθος. Συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις ευθύνονται για την υπονόμευση ανάπτυξης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην περιοχή, για όσα δεν έκαναν αλλά και όσα έκαναν (π.χ. μεταφορά του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη). Η κατάσταση αλλάζει άρδην εδώ και ενάμιση χρόνο καθώς υλοποιείται το σχέδιο του ενιαίου χώρου εκπαίδευσης και έρευνας. Αμέσως μετά τη δημιουργία του νέου Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, τη νομοθέτηση της νέας αρχιτεκτονικής του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων μαζί με το ΤΕΙ Ηπείρου, του Ιόνιου Πανεπιστημίου και του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων καθώς και την κατάθεση του σχεδίου νόμου για τα Πανεπιστήμια στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα, το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΥΠΠΕΘ) έθεσε ως προτεραιότητα τη Μακεδονία. Θα ακολουθήσουν αντίστοιχες πρωτοβουλίες στη νότια Ελλάδα (Πανεπ. Πειραιά και ΑΣΠΑΙΤΕ), στην Πελοπόννησο, τη Δυτική Ελλάδα, την Κρήτη. Το όλο σχέδιο πηγάζει από πάγιες θέσεις της ανανεωτικής Αριστεράς, απαντά στην ανάγκη περαιτέρω εμπέδωσης της επιστήμης και των τεχνών στην χώρα μας, στοχεύει στην ενίσχυση της τεχνικής μετα-λυκειακής εκπαίδευσης (μέσω των διετών προγραμμάτων σπουδών στα ΑΕΙ), συμβαδίζει με τις αλλαγές στο Λύκειο, συνάδει με το νέο αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας και θωρακίζει τα ελληνικά ΑΕΙ στο νέο ευρωπαϊκό ακαδημαϊκό περιβάλλον. Ας μην ξεχνάμε ότι το «σχέδιο Μακρόν» για τα ευρωπαϊκά ΑΕΙ συνίσταται στη δημιουργία τεράστιων ενιαίων πανεπιστημίων από διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες. Στη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα τα μικρού και μεσαίου μεγέθους ΑΕΙ χρίζουν αναθεώρησης του βαθμού ανάπτυξης τους.

Η κυβερνητική πολιτική ενδυναμώνει κυρίως τα περιφερειακά ΑΕΙ. Δεν είναι τυχαίο ότι 3 στις 4 πρώτες συμπράξεις πανεπιστημίων και ΤΕΙ υλοποιήθηκαν εκτός Αττικής. Η ενδυνάμωση αυτή συμβαδίζει με μια πρωτοφανή επένδυση υλικών και ανθρώπινων πόρων. Ας μην ξεχνάμε ότι την περίοδο 2010 – 2015 δεν είχε δοθεί ούτε μια νέα θέση διδάσκοντα στα ΑΕΙ και τα περιφερειακά πανεπιστήμια υπέστησαν το καταστροφικό σχέδιο ΑΘΗΝΑ… Στη Δυτική Μακεδονία συγχωνεύτηκαν χωρίς σχέδιο Τμήματα του ΤΕΙ και μετακινήθηκε ένα ολόκληρο Τμήμα του πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη. Κινούμενη στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση η κυβέρνηση έδωσε 1.000 νέες θέσεις μελών ΔΕΠ (καθηγητών) στα ΑΕΙ και εγκαινίασε την αύξηση των θέσεων ΕΔΙΠ (διδάσκοντες ειδικής κατηγορίας). Το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας ενισχύθηκε με 27 νέες  θέσεις διδασκόντων: 16 νέες θέσεις ΔΕΠ (καθηγητών) και 11 νέες θέσεις μελών ΕΔΙΠ. Η κυβέρνηση αντέστρεψε την πορεία συνεχούς μείωσης της χρηματοδότησης των ΑΕΙ. Φέτος υπήρξε άνω του 40% αύξηση πόρων των ΑΕΙ από τον Τακτικό Προϋπολογισμό και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Επιπλέον, τετραπλασιάστηκε ο αριθμός των υποτροφιών των υποψηφίων διδακτόρων και μεταδιδακτόρων αναχαιτίζοντας τη «διαρροή εγκεφάλων» στο εξωτερικό και ενισχύοντας τα ταμεία των Ειδικών Λογαριασμών Έρευνας των ΑΕΙ. Στην Κοζάνη χτίζεται μια νέα πανεπιστημιούπολη, σχέδιο που πέρασε από «σαράντα κύματα» μέχρι να υλοποιηθεί επί ημερών της παρούσας κυβέρνησης και του παρόντος Περιφερειάρχη.

Ο σχεδιασμός για το μεγάλο πανεπιστήμιο στη Δυτική Μακεδονία εγκαινιάστηκε με τη δημιουργία μιας κοινής επιτροπής από εκπροσώπους των δύο ΑΕΙ και του ΥΠΠΕΘ. Η όλη «μεθοδολογία» είναι απολύτως ταυτόσημη με ότι έγινε στα 4 εγχειρήματα που προηγήθηκαν, στο ένα που χρονικά συμβαδίζει (Διεθνές Πανεπιστήμιο και 3 ΤΕΙ στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία) και τα 4 εγχειρήματα που θα ακολουθήσουν στη νότια Ελλάδα. Ως γνωστόν, η επιτροπή κατέληξε, με μια μόνο δημόσια διαφοροποίηση, σε πόρισμα που κατατέθηκε στο ΥΠΠΕΘ. Πριν από λίγες εβδομάδες πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες δημόσιες συναντήσεις εκπροσώπων του ΥΠΠΕΘ στο ΤΕΙ, στο πανεπιστήμιο και οι πρώτες ενημερωτικές επαφές με Δημάρχους (Κοζάνη, Πτολεμαΐδα). Η πορεία αυτών των επαφών θα συνεχιστεί στους υπόλοιπους νομούς ενώ παράλληλα η πολιτεία θα επεξεργαστεί περαιτέρω τις προτάσεις της επιτροπής ώστε να συγκροτηθεί ένα προσχέδιο νόμου. Σε περίπτωση δημιουργίας του μεγάλου πανεπιστημίου, μέσω της «απορρόφησης» του ΤΕΙ στο Πανεπιστήμιο βάσει της διαδικασίας που ήδη εφαρμόστηκε σε ανάλογες προηγούμενες περιπτώσεις, η πολιτεία δεσμεύτηκε για σημαντική αύξηση της χρηματοδότησης των υποδομών (μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων), νέες θέσεις μελών ΔΕΠ, Τμήματα με ανταγωνιστικά γνωστικά αντικείμενα, σταδιακή αύξηση των φοιτητών σε όλες τις πόλεις που είναι εστίες Τμημάτων, καμία αναγκαστική μετακίνηση των διοικητικών υπαλλήλων από πόλη σε πόλη, διατήρηση των πλεονεκτημάτων της υπάρχουσας «ακαδημαϊκής χωροθέτησης» ανάμεσα σε ανθρωπιστικές – καλλιτεχνικές σπουδές και ειδικότητες πολυτεχνείου, σεβασμό στις διαδικασίες ένταξης των μελών ΔΕΠ του ΤΕΙ με συγκεκριμένα και διαφανή ακαδημαϊκά κριτήρια στην κατηγορία των μελών ΔΕΠ του νέου πανεπιστημίου, διαφάνεια στη διοίκηση.

Η πορεία αυτή αντιμετωπίζεται από ορισμένους με επιφυλακτικότητα. Η επιφυλακτικότητα είναι λογικά αναμενόμενη δεδομένης της επί δεκαετίες υπονόμευσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην περιοχή και των εμπειριών του σχεδίου ΑΘΗΝΑ. Υπάρχουν βέβαια ορισμένες εκδοχές της επιφυλακτικότητας που μπορεί να αποβούν διαλυτικές για το νέο πανεπιστήμιο.

Ο τοπικιστικός ανταγωνισμός συνιστά την πιο επικίνδυνη από αυτές τις εκδοχές. Επιχειρήματα του τύπου «η γειτονική πόλη ήταν ανέκαθεν ευνοημένη, καιρός εμείς να πάρουμε παραπάνω Τμήματα» ή «το Υπουργείο συνομιλεί πρώτα με τους ιθύνοντες της διπλανής πόλης» κλπ. υπονομεύουν συνολικά το εγχείρημα. Μια πλειοδοσία διεκδικήσεων όπου η μια πόλη θα ζητάει μαξιμαλιστικά περισσότερα Τμήματα θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια το εγχείρημα σε αδιέξοδο. Το μεγάλο πανεπιστήμιο θα πετύχει μόνο αν όλες οι περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας συνδράμουν συλλογικά και μόνο αν οι επιδιώξεις για ίδρυση Τμημάτων κινούνται στα πλαίσια του εφικτού. Η κυβέρνηση σεβόμενη το ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιμένει ότι το μέλλον της Ανώτατης Εκπαίδευσης στη χώρα μας θα κριθεί με ακαδημαϊκά κριτήρια και όχι τοπικιστικά, χωρίς να παραβλέπει κανείς τις όποιες ιδιαιτερότητες. Εξίσου επικίνδυνος είναι και ο ανταγωνισμός σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Ουδείς αμφισβητεί ότι υπάρχουν ακαδημαϊκές νησίδες αριστείας και νησίδες που τώρα αναπτύσσονται. Για να επιβιώσει το μεγάλο πανεπιστήμιο πρέπει να συνυπάρξουν επιδιώκοντας το κοινό πρόταγμα. Το πανεπιστήμιο πρέπει να σταθεί σε σύγκριση με άλλα πανεπιστήμια στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και δεν πρέπει να αναλωθεί σε εσωτερικούς ανταγωνισμούς μελών ΔΕΠ προερχόμενων από το ΤΕΙ και προερχόμενων από το Πανεπιστήμιο. Ας μην ξεχνάμε ότι πέριξ της Δυτικής Μακεδονίας αναπτύσσονται τρία πολυδύναμα πανεπιστήμια (ΑΠΘ, Ιωαννίνων, Θεσσαλίας). Υπό αυτήν την έννοια πρέπει να αναρωτηθούμε και για εκείνη την εκδοχή της επιφυλακτικότητας που υποστηρίζει το σενάριο «περιμένουμε την αλλαγή Υπουργού, κυβέρνησης κλπ.» για «να γίνουμε μόνοι μας πανεπιστήμιο». Ένα τέτοιο σενάριο δεν είναι εφικτό απλά και μόνο διότι το σύνολο σχεδόν των ΑΕΙ στην χώρα μας – συμπεριλαμβανομένων των παλαιότερων και μεγαλύτερων πανεπιστημίων ΑΠΘ και ΕΚΠΑ – βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης εδώ και τώρα. Η εξαίρεση των ΑΕΙ της Δυτικής Μακεδονίας από αυτή την ιστορική συγκυρία αναδιάταξης του ακαδημαϊκού χάρτη της χώρας θα σημάνει την αυτο-ακύρωσή τους.

Τέλος, η πιο επικίνδυνη εκδοχή επιφυλακτικότητας είναι αυτή που δεν αναγνωρίζει ότι η διοίκηση του μεγάλου πανεπιστημίου πρέπει να προκύψει με σεβασμό στην αρχή της πλειοψηφίας. Η επισήμανση αυτή γίνεται πιο εμφατική αν αναλογιστούμε ότι τα μέλη ΔΕΠ του ΤΕΙ είναι πολλαπλάσια των μελών ΔΕΠ που υπηρετούν στην υπάρχουσα δομή του Πανεπιστημίου. Η ιδιαιτερότητα αυτή είναι μοναδική σε πανελλαδικό επίπεδο και σίγουρα δεν μπορεί να αγνοηθεί. Διοικήσεις που δεν εκφράζουν την πλειοψηφία των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας είναι καταδικασμένες να αποτύχουν και υπονομεύουν το μέλλον του θεσμού. Υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι για να εξασφαλιστεί η αρχή της πλειοψηφίας στη διοίκηση. Ο σεβασμός της αρχής της πλειοψηφίας στην πανεπιστημιακή διοίκηση είναι η μόνη δημοκρατική εγγύηση για το μέλλον του μεγάλου πανεπιστημίου. Υπάρχει κάποιος που να αμφιβάλει περί αυτού;

Η Δυτική Μακεδονία είναι πύλη προς δύο γειτονικά κράτη, εστία της βιομηχανίας παραγωγής ενέργειας, περιοχή εντυπωσιακού φυσικού κάλους και πατρίδα ενός σημαντικού μέρους της ανά τον κόσμο ομογένειας μας. Σε οποιοδήποτε άλλο κράτος του κόσμου αυτά τα δεδομένα θα συνηγορούσαν στο να αποτελέσει πόλο ανάπτυξης της επιστήμης και της έρευνας. Συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις καταδίκασαν την περιοχή σε ακαδημαϊκή υπανάπτυξη. Είναι οι ίδιες δυνάμεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ που σήμερα, στερούμενες ουσιαστικών πολιτικών και ακαδημαϊκών επιχειρημάτων και χωρίς σχέδιο για τα ΑΕΙ, καλλιεργούν σενάρια καταστροφής, επιδιώκουν προσωπικές αντιπαραθέσεις και διαδίδουν ανακρίβειες. Η απάντησή μας δεν θα δοθεί στο επίπεδο του πολιτικού χαριεντισμού και του καταγγελτικού λόγου αλλά της απτής πολιτικής πράξης. Η ακαδημαϊκή κοινότητα, η τοπική κοινωνία και οι παραγωγικές δυνάμεις της περιοχής έχουν να επιλέξουν από το αν θα υποστηρίξουν το σχέδιο για ένα μεγάλο πανεπιστήμιο στη Δυτική Μακεδονία ή θα μείνουν δέσμιες προσωπικών πολιτικών φιλοδοξιών και μικρο-ανταγωνισμών. Τώρα είναι η στιγμή της απόφασης και της δημόσιας τοποθέτησης.»

*πρώην Γενικός Γραμματέας Υπουργείου Παιδείας

πηγη